ἄπρακτος

ἄπρακτος
ᾰπρακτος
1 disabling (πᾶσαν πρᾶξιν κωλύοντα. Wil.) παυσάμενοι δ' ἀπράκτων κακῶν (Schneidewin: ἀπρήκτων codd., def. Forssman, p. 111) I. 8.7

Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • άπρακτος — άπρακτος, η, ο και άπραχτος, η, ο επίρρ. α 1. αυτός που δεν έπραξε, δεν κατάφερε κάτι: Πήγε και φρόντισε, αλλά γύρισε άπρακτος. 2. αυτός που δεν πράχτηκε, δεν έγινε: Τελικά το έγκλημα είχε μείνει άπραχτο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἄπρακτος — ἄπρᾱκτος , ἄπρακτος unavailing masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άπρακτος — βλ. άπραχτος …   Dictionary of Greek

  • ἀπρήκτως — ἄπρακτος unavailing adverbial (epic ionic) ἄπρακτος unavailing masc/fem acc pl (epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄπρηκτον — ἄπρακτος unavailing masc/fem acc sg (epic ionic) ἄπρακτος unavailing neut nom/voc/acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπρήκτοιο — ἄπρακτος unavailing masc/fem/neut gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπρήκτοις — ἄπρακτος unavailing masc/fem/neut dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπρήκτοισι — ἄπρακτος unavailing masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπρήκτοισιν — ἄπρακτος unavailing masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπρήκτου — ἄπρακτος unavailing masc/fem/neut gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀπρήκτους — ἄπρακτος unavailing masc/fem acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”